ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ή ΚΑΡΙΕΡΙΣΜΟΣ

στα ελληνικά πανεπιστήμια

Σημειώσεις για μια γενικευμένη επίθεση στο
φαντασιακό της εμπορευματικής κοινωνίας

εισαγωγικές σημειώσεις

Η εθελόδουλη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με τη συμβολή της πλειοψηφίας του κοινοβουλίου, ψήφισε πρόσφατα το νέο νόμο που αφορά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Οι σημειώσεις που ακολουθούν εξετάζουν τις ουσιώδεις αλλαγές που θα συντελεστούν στο χώρο της εκπαίδευσης και θέτουν ορισμένους προβληματισμούς και προτάσεις γύρω από το ζήτημα των συλλογικών κινητοποιήσεων που κάνουν την πρώτη τους εμφάνιση. Οι θέσεις που διατυπώνονται εδώ, δεν αποτελούν μια αιώνια και πανανθρώπινη αλήθεια, αλλά προσπαθούν μέσα από τη διαύγαση της κοινωνικής πραγματικότητας να εκκινήσουν τη σκέψη που θα αναπτύξει, θα εκλεπτύνει, θα διευρύνει και θα συγκροτήσει εκ νέου μια δημιουργική κατάσταση, στο δρόμο για την καταστροφή του υπάρχοντος και τη ρηξικέλευθη δημιουργική δράση για μια δημοκρατική και αυτόνομη κοινωνία.

Στο μεγαλύτερο μέρος του κειμένου, χρησιμοποιήθηκαν προσαρμοσμένα αποσπάσματα από μια σειρά κειμένων που έβγαλαν σύντροφοι και συντρόφισσες από το Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι, με αφορμή τις φοιτητικές κινητοποιήσεις του 2006/07. Αισθανόμαστε την ανάγκη να τοποθετηθούμε και δημόσια, ευχαριστώντας τους για την πολύτιμη δράση τους και την ποιοτική εμβάθυνση που έχουν προσφέρει στο δρόμο για την καταστροφή της ετερόνομης, ολιγαρχικής και βαθιά εμπορευματικής κοινωνίας. Ανάλογες ευχαριστίες και στην Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία για την πολύτιμη συμβολή της και τις σχέσεις που καταφέραμε να οικοδομήσουμε.

Ιστορικά, η εκπαίδευση (όπως και η ευρύτερη κοινωνική θέσμιση) στο δυτικό κόσμο διεκπεραιώνει δύο θεμελιώδεις λειτουργίες, πλήρως αντιφατικές μεταξύ τους: τη διαρκή αύξηση/ανάπτυξη/μεγέθυνση της οικονομικής ισχύος, από τη μία πλευρά, και την ατομική και συλλογική χειραφέτηση, από την άλλη. Η πρώτη εκδοχή ενσαρκώνεται μέσα στην εκπαίδευση (με τη στενή έννοια του όρου) γύρω από τεχνικές γνώσεις, τέτοιες που θα επιτρέψουν την ένταξη των νεαρών ατόμων στη σφαίρα της παραγωγής (και κατ’ επέκταση της κατανάλωσης). Η δεύτερη εκδοχή, ενσαρκώνεται μέσα σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο πνευματικής καλλιέργειας των ατόμων, μέσα από την επαφή με πολιτιστικές αξίες, θεσμούς και νόρμες που διέπουν την εκάστοτε κοινωνία. Ο νέος νόμος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, εντάσσεται σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών που επιδιώκουν να βάλουν οριστικά και αμετάκλητα την ταφόπλακα στην εκπαίδευση ως πεδίο για την καλλιέργεια ανθρώπων που θα χαρακτηρίζονται από την ικανότητα για διαυγασμένη κριτική σκέψη.

1

Άρθρο 4
Αποστολή των Α.Ε.Ι.

1. Τα Α.Ε.Ι. έχουν ως αποστολή: α) να παράγουν και να μεταδίδουν τη γνώση με την έρευνα και τη διδασκαλία, να προετοιμάζουν τους φοιτητές για την εφαρμογή της στο επαγγελματικό πεδίο και να καλλιεργούν τις τέχνες και τον πολιτισμό.

Το ζήτημα των managers και της διαχείρισης του πανεπιστημίου από το «συμβούλιο διοίκησης» συνιστά την πιο απροκάλυπτη απόπειρα για την κυριαρχία της καριέρας, του επαγγελματισμού και της οικονομικής ανάπτυξης, πάνω στην -ήδη- δευτερεύουσας σημασίας πτυχή της πνευματικής καλλιέργειας. Η διεύρυνση της ολιγαρχικής φύσης του εκπαιδευτικού συστήματος σημαίνει ότι αυτοί που πρέπει να αποφασίζουν για τα όσα αφορούν την τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν είναι όσοι την πλαισιώνουν (φοιτητές, καθηγητές, εκπαιδευτικό προσωπικό και η ευρύτερη κοινότητα) αλλά κάποιοι τεχνοκράτες «ειδικοί (στα) νούμερα» (νούμερα που δεν έχουν καμία απολύτως αξία ή/και σημασία για την κοινωνική ευημερία).

Από αυτή την άποψη, η τριτοβάθμια εκπαίδευση χάνει ακόμη και την επίφαση δημοκρατικότητας που την διέκρινε, μετατρέποντας τα ιδρύματα σε εταιρείες παραγωγής γνώσεων για τα αφεντικά. Υπό τον έλεγχο του συμβουλίου διοίκησης, τα προγράμματα σπουδών θα μετασχηματίσουν το γνωστικό αντικείμενο και το γνωσιολογικό πεδίο των σπουδών, κυρίαρχα και αναπόδραστα, γύρω από την ανάπτυξη της οικονομικής ευημερίας των αφεντικών. Στην περίπτωση που ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα αποτυγχάνει στην αξιολόγηση, στερείται της χρηματοδότησης. Έτσι, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ότι όποιος αποτυγχάνει στους όρους της αγοράς, πρέπει να αφανιστεί διότι ενισχύει το αντίπαλο δέος αυτής της ανάπτυξης που είναι η ανάπτυξη των ανθρώπων, της σκέψης και ενός συλλογικού κόσμου με αγάπη για το κοινό αγαθό.

H τελειοποίηση της μονοδρόμησης της γνωσιακής διαδικασίας που επιχειρείται με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, απλώς τελειοποιεί και την χρόνια αντινομία που διέπει το ελληνικό πανεπιστήμιο. Προσπαθούν να μας πείσουν ότι υπάρχει μια πεφωτισμένη ομάδα ειδικών (συμβούλιο διοίκησης ή/και καθηγητές) η οποία γνωρίζει, και μια άλλη ομάδα αδαών (φοιτητές) η οποία αγνοεί, επομένως οι πρώτοι οφείλουν να γεμίσουν τον κενό πίνακα (tabula rasa), δηλαδή τα μυαλά των δευτέρων, με γνώση. Επί της ουσίας δεν γίνεται καμία νύξη ως προς το περιεχόμενο αυτής της γνώσης, διότι για τους κυβερνητικούς κύκλους είναι αυτονόητο πώς η διδασκαλία απλώς περιορίζεται στην εύρυθμη αναπαραγωγή της καπιταλιστικής πραγματικότητας. Το νέο σύστημα διδασκαλίας είναι η νέα διδασκαλία του συστήματος.

Η αφθονία των εμπορευμάτων στην καταναλωτική κοινωνία αποτυπώνει με ακρίβεια την ανυπόφορη φτώχεια της ζωής

Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι

Αυτές που κυριαρχούν από εδώ και στο εξής είναι οι «αξίες» της καταναλωτικής κοινωνίας. Όλες οι διαδικασίες λειτουργούν προς όφελος μιας εξαντλητικής (τόσο του φυσικού περιβάλλοντος, όσο και της ευημερίας των ανθρώπων) παραγωγής σκουπιδοπροϊόντων και άχρηστων υπηρεσιών, και κατ’ επέκταση μιας μίζερης και καταθλιπτικής καταναλωτικής μονομανίας. Η λέξη «ανάπτυξη», συγκροτεί πλέον τον μανδύα της πραγματικότητας: ανάπτυξη σημαίνει ανάπτυξη της οικονομίας, της αγοράς, των σκουπιδοπροϊόντων. Όχι των ανθρώπων, των σχέσεων, του έρωτα, της συνύπαρξης.

2

Το ζήτημα των «αιώνιων φοιτητών» εμπεριέχει μια υπόρρητη κοροϊδία. Αν ο σκοπός μιας μεταρρύθμισης είναι η εξοικονόμηση πόρων για το κράτος (κάτι που αποτελεί διακηρυγμένο σκοπό του νέου νόμου, πολύ δε περισσότερο εντασσόμενος στο πλαίσιο της ευρύτερης πολιτικής επί εποχής ΔΝΤ), θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι, όπως είναι ευρύτερα γνωστό, όσοι φοιτητές καθυστερούν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα να πάρουν το πτυχίο τους χάνουν επί της ουσίας όλα τα δικαιώματα που τους παρέχει η φοιτητική τους ιδιότητα (πάσο, συγγράμματα κ.λπ.). Οπότε, η ρύθμιση που προβλέπει τη διαγραφή φοιτητών με το πέρας των ν+2 ετών (και 2ν για όσους «πιστοποιημένα» εργάζονται), στο βαθμό που δεν διασφαλίζει πόρους για το κράτος, κρύβει πίσω της μια σειρά άλλων σκέψεων που δεν θα αργήσουν να βγουν στο προσκήνιο: πρόκειται για την επιθυμία των κυρίαρχων να πετύχουν α) τη μείωση των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων η οποία θα έρθει δια της πλαγίας οδού τη στιγμή που θα διακοπεί η χρηματοδότηση, και β) τη δημιουργία ενός στρατού από φτηνούς και πειθαρχημένους εργαζόμενους που θα ανταποκρίνονται κατά τον βέλτιστο (για τις τσέπες των αφεντικών) τρόπο στις επιταγές της αγοράς.

Παράλληλα, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε την εξής αναφορά: η πιστοποίηση εργασίας προϋποθέτει την ύπαρξη όλων των “νόμιμων” διαδικασιών από την πλευρά των αφεντικών, κάτι που -όπως είναι ευρέως γνωστό- δεν τηρείται ούτε ως πρόσχημα, στο βαθμό που το 1/2 των εργαζομένων δουλεύουν υπό καθεστώς μαύρης εργασίας. Αυτό είναι άλλο ένα παράδειγμα της πλήρους αντίφασης των αριθμών και των στατιστικών δεδομένων με την πραγματικότητα.

Σε μια κοινωνία όπου τα μοναδικά δεδομένα, είναι η διαιώνιση της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας, μέσω μάλιστα συνταγματικών διατάξεων όπως η ατομική ιδιοκτησία ή κανονικοτήτων όπως η γραφειοκρατικοποίηση, η παιδεία δεν μπορεί να θεωρείται τόσο ονειρική όσο μας παρουσιάζεται. Οι κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες, στην χειρότερη αποκλείουν κάποιους από την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση ή στην καλύτερη τους αναγκάζουν να εργάζονται προκειμένου να διασφαλίσουν τους όρους για να φοιτήσουν. Στην περίπτωση όπου ο βιοπορισμός καθίσταται αναγκαίος για τη φοίτηση, είναι απολύτως λογική η αδυναμία αποφοίτησης στον προβλεπόμενο χρόνο που ορίζει το πρόγραμμα σπουδών. Με το νέο νόμο λοιπόν (το περίφημο 2ν), επιχειρείται η αφαίρεση της δυνατότητας από τα φτωχότερα στρώματα να αποκτήσουν πανεπιστημιακή μόρφωση. Αντίθετα, οφείλουν να στραφούν στην αναζήτηση εργασίας, με ένα υποτιμημένο απολυτήριο λυκείου, και προφανώς ένα υποτιμημένο καθεστώς εργασίας. Στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο εντάσσεται το κύμα των νεαρών μεταναστών που αδυνατούν να εισαχθούν στις ανώτερες σχολές με ισότιμους όρους, αποδεικνύοντας μας ότι η οικονομική υποτέλεια είναι «κληρονομικά» καθορισμένη.

3

Μια σειρά άλλων ρυθμίσεων κινούνται στο παραπάνω πλαίσιο. Από εδώ και στο εξής, καταργούνται (περικόπτονται, λένε ακόμη) τα δωρεάν συγγράμματα. Πλέον ως συγγράμματα θα νοούνται και τα e-books (!) και δεν θα υπάρχει υποχρέωση δωρεάν διανομής έντυπων βιβλίων στους φοιτητές. Θα μπορούσαμε να επικροτήσουμε αυτό το μέτρο στο πλαίσιο της οικολογικής ευαισθησίας που, φαινομενικά, το χαρακτηρίζει, αλλά δεν θα γίνουμε τόσο κρετίνοι όσο ο κυβερνητικός θίασος. Διότι και στο σημείο αυτό φαίνεται ξεκάθαρα το ότι επιχειρείται ο φραγμός στη μόρφωση των όσων δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν συγγράμματα.

Άλλο τερατούργημα, στο ίδιο πνεύμα: εκτός από τις πλήρεις 13 εβδομάδες ανά μάθημα για το εξάμηνο, και τη διδασκαλία του κάθε μαθήματος να απαιτεί τη συμπλήρωση τουλάχιστον των 4/5 του προβλεπόμενου χρόνου (αλλιώς δεν θα εξετάζεται) όπως προέβλεπε ο παλιός νόμος, πλέον εισάγεται επανεξέταση από τριμελή επιτροπή σε φοιτητές που κόπηκαν πάνω από 2 φορές. «Ηθικό δίδαγμα: γλείψιμο και κατεβασμένα κεφάλια απέναντι στους σεβαστούς δασκάλους μας, γιατί αν τυχόν μας πάρει κάποιος από δαύτους “με κακό μάτι” – π.χ. αν του αντιμιλήσουμε ενώ απαγγέλλει κάποιο γελοίο εθνοπατριωτικό λογύδριο (πραγματικό γεγονός) – και αποφασίσει να μας κόψει μία, δύο, τρεις φορές, τότε πολύ απλά διαγραφόμαστε. Εκβιασμός πρώτης τάξης!» (ΠΧΧ).

4

Ανάμεσα στα υπόλοιπα σημεία του νέου νόμου, υπάρχει η τερατώδης μετατροπή των πτυχίων σε πιστωτικές μονάδες (ECTS). Το πτυχίο του κάθε φοιτητή θα αποτελεί το άθροισμα πιστωτικών μονάδων βάσει των οποίων θα αξιολογείται από την αγορά εργασίας (ξέρεις τώρα)! Συμπέρασμα: οι συμφοιτητές δεν είναι από κοινού συμμέτοχοι στο παιχνίδι της κριτικής πρόσληψης της γνώσης αλλά εχθροί, που πρέπει να αντιμετωπίζονται μεταξύ τους με όρους ανταγωνισμού.

Ανάλογου μεγέθους είναι ο εκβιασμός των «φοιτητικών δανείων». Στο εξής, θα υπάρχει η δυνατότητα για «φοιτητικά δάνεια» τα οποία θα έρχονται να συμπληρώσουν τα οικονομικά ελλείμματα των φοιτητών προκειμένου να αγοράσουν συγγράμματα κ.λπ.. Έτσι ο νέος νόμος προβάλλει ή προάγει τον ανθρωπολογικό τύπο του καταναλωτή σπουδών, του κυνηγού ανταγωνιστικών πτυχίων. Οι φοιτητές, ως κομμάτι της καταναλωτικής κοινωνίας θα πρέπει να εκπαιδευτούν στους όρους λειτουργίας της, γεμίζοντας χρέη, κάνοντας διατριβή στην ιδέα της κατανάλωσης και του εύκολου χρήματος και υιοθετώντας τελικά μια οικονομίστικη αντίληψη.

Τέλος, στο ζήτημα του ασύλου μένουν ελάχιστα να ειπωθούν. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί απέναντι στην τοποθέτηση στο θέμα του ασύλου, διότι η επικέντρωση στο εν λόγω ζήτημα είναι αυτή ακριβώς που συσκοτίζει τη δίκαιη άρνηση γύρω από το υπόλοιπο περιεχόμενο του νόμου. Ωστόσο, τα επιχειρήματα που αφορούν στο άσυλο πρέπει να ξεφεύγουν από τη διεκδίκηση ενός χώρου για τις ριζοσπαστικές ομάδες που επιδιώκουν να είναι μακριά από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς. Αντιθέτως, θα πρέπει κάθε φορά να τίθεται ως ένα ευρύτερο ζήτημα που αφορά συνολικά στην κοινωνία και στη δυνατότητα της να επικοινωνεί ανοιχτά και ελεύθερα, χωρίς να μπορεί η οποιαδήποτε αρχή (πρυτανική, αστυνομική κ.λπ.) να το καταλύσει.

Πέραν τούτου, σκοπός δεν είναι απλώς η διατήρηση των κεκτημένων, αλλά η απαίτηση για διεύρυνση του ασύλου σε όλη την κοινωνία. Το ά-συλο των ιδεών και της σκέψης εν γένει, ως νομιμοποίηση της στέρησης (α-) της λεηλασίας (συλάω-ώ) της σκέψης μας δεν πρέπει να περιορίζεται σε ορισμένα τετραγωνικά, αλλά οφείλει να επεκταθεί παντού μέσω συνεχών διεκδικήσεων. Παράλληλα, η σημαντικότητα του συγκεκριμένου ζητήματος οφείλει να εναρμονίζεται πλήρως ως κάθετη εναντίωση προς τις κυβερνητικές πολιτικές περί “ορθολογικοποίησης του δικαιώματος του συνέρχεσθαι” ή περί “απαγόρευσης συνεύρεσης άνω των τριών ατόμων ενώπιω της Βουλής”, καταστάσεις που θυμίζουν τις εποχές που τα τανκς αλώνιζαν τις πόλεις.

5

Τον τελευταίο καιρό, βλέπουμε να αναδύεται ένα πρώτο κύμα κινητοποιήσεων που διαμηνύει την αντίθεση του φοιτητικού κόσμου στις κτηνώδεις ρυθμίσεις του νέου νόμου. Στο βαθμό που θέλουμε οι κινητοποιήσεις αυτές να έχουν μια ουσία ως προς το περιεχόμενο, θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί σε μια σειρά από ζητήματα, πολύ περισσότερο δεδομένου ότι διάφορα γραφειοκρατικά απολιθώματα του αριστερισμού θα επιδιώξουν να ελέγξουν προς δικό τους όφελος το φοιτητικό κίνημα. Το πλήθος των ανένταχτων φοιτητών είναι το μόνο που μπορεί να διασφαλίσει την αυτονομία και τον δημοκρατικό χαρακτήρα της κινητοποίησης, τόσο απέναντι στους αριστερούς γραφειοκράτες, όσο και απέναντι στους κυβερνητικούς φασίστες που ήδη άρχισαν να κατεβάζουν τους κομματικούς τους στρατούς στα αμφιθέατρα προκειμένου να σπάσουν τις καταλήψεις.

Πρώτον, το ψευδο-δίπολο κρατικά ή ιδιωτικά πανεπιστήμια είναι κατασκευασμένο. «Δεν υπάρχει πραγματική αντίθεση ανάμεσα στο ρόλο της αγοράς και του κράτους. Το κράτος είναι ο υπηρέτης των αφεντικών, του κεφαλαίου, του εμπορεύματος, του κέρδους. Το κράτος είναι ο υπηρέτης [και προστάτης] της αγοράς και όχι “το αντίπαλο δέος” που αντιτίθεται στις λογικές της. Είτε κρατικά είτε ιδιωτικά, τα πανεπιστήμια αποτελούν εργοστάσια που παράγουν πειθαρχημένους εργάτες, εξειδικευμένους ηλίθιους στην υπηρεσία του θεάματος, ανθρωποειδή που προσπαθούν να κρύψουν τη μιζέρια τους με γερές δόσεις lifestyle» (ΠΧΧ).

Στο βαθμό που το κράτος αποτελεί τα δάχτυλα του «αόρατου χεριού» της αγοράς -επιτυγχάνοντας όσα το χάος των αγορών αδυνατεί να πετύχει-, η ύπαρξη του κράτους εν γένει αλλά και ειδικότερα στο χώρο των πανεπιστημίων, που εν προκειμένω μας ενδιαφέρουν, λειτουργεί καταστατικά προς όφελος του γενικευμένου και αχαλίνωτου ιμπεριαλισμού του εμπορεύματος. Το κράτος βρίσκεται σε πλήρη ταύτιση με τους ιδιώτες και παίρνει σαφή θέση στο ζήτημα της αντίφασης που προαναφέραμε: ανάπτυξη των αγορών, σε βάρος των ανθρώπων.

Δεδομένου ότι η εν λόγω αντίφαση καθίσταται ανεπίλυτη, θα πρέπει να διαλέξουμε τι ακριβώς επιθυμούμε. Είναι αδύνατη η εναρμόνιση της ευημερίας της αγοράς με την ευημερία των ανθρώπων. Ο αγώνας για τη μεγιστοποίηση του κέρδους, εφόσον φαντασιακά βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο από την κοινωνική ευημερία, προϋποθέτει την υποβάθμιση και την απαξίωση κοινωνικών αρετών που θα έπρεπε να οδηγούν στην κοινωνική ευημερία. Θα πρέπει κάποια στιγμή να τελειώσουμε με αυτό τον εφιάλτη του οικονομισμού (όπου τα πάντα ανάγονται σε, και αποτιμώνται με βάση το, χρήμα) και να αντιληφθούμε την οικονομία όχι πλέον ως αξία, αλλά ως απλό εργαλείο για την κοινωνική ευημερία. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε, πριν να είναι πολύ αργά, ότι δεν μπορούμε να έχουμε ως κεντρική μας αξία την ετήσια αύξηση της καταναλωτικής μας δύναμης προκειμένου να καταναλώνουμε σκουπίδια. Αντίθετα, τη θέση της οικονομίας θα πρέπει να καταλάβει ο άνθρωπος, ο έρωτας, η δημιουργία και η συνύπαρξη. Και αυτό θα πρέπει να γίνει σύντομα, διότι, πέρα από την συντελούμενη καταστροφή των ψυχικών δομών του ανθρώπου, τα όρια του φυσικού περιβάλλοντος είναι πεπερασμένα. Όπως πολύ σωστά το έθεσε ο Καστοριάδης, «δεν είναι μόνο η αμετάκλητη κατασπατάληση του περιβάλλοντος και αναντικατάστατων πόρων. Είναι επίσης η ανθρωπολογική καταστροφή των ανθρώπινων όντων που μεταμορφώνονται σε παραγωγικά και καταναλωτικά κτήνη, σε εξαχρειωμένους ζάπερ»…

Δεύτερον, θα πρέπει να αποφύγουμε τον συντεχνιακό-μικροαστικό χαρακτήρα των διεκδικήσεων. «Όχι στα ιδιωτικά πανεπιστήμια», «κατάργηση του νέου νόμου», «θέλουμε πτυχία με αξία» κ.λπ.. Όλα αυτά αποπνέουν μονάχα τη διάθεση των φοιτητών να αγκιστρωθούν από κάπου, να εξασφαλιστούν και να διατηρήσουν το μονοπώλιο στην αγορά εργασίας. Όσοι επικαλούνται τέτοια συνθήματα είναι μέρος του προβλήματος που φαινομενικά πολεμούν: αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως εμπορεύματα.

Τέτοιου είδους βαθιά αντικοινωνικά αιτήματα αναπαράγουν αυτό που κάθε συλλογική κινητοποίηση έρχεται να πολεμήσει: την ιδιώτευση και τον ανταγωνισμό απέναντι σε συνανθρώπους μας που δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν να πετύχουν την εισαγωγή τους στα ανώτερα ιδρύματα ή βρέθηκαν σε σχολές που προσφέρουν «χαμηλά επαγγελματικά εφόδια». Στο βαθμό που αυτό το γεγονός μπορεί να οφείλεται στην οξυμένη ευαισθησία τους απέναντι στη ζωή, η οποία δεν τους επέτρεψε να περάσουν την τρομακτική διαδικασία των εξετάσεων, κάθε νοήμων άνθρωπος οφείλει να συστρατεύεται πρώτα με όσους δεν βρίσκονται στα πανεπιστήμια και κατόπιν με όσους κατάφεραν την εισαγωγή τους σ’ αυτά. Πρέπει να τελειώνουμε με τις μικροαστικές αντιλήψεις κάθε συντεχνίας που διεκδικεί για τον εαυτό της λίγα παραπάνω ψίχουλα, αδιαφορώντας για το συνολικό ζήτημα του κοινωνικού. Φτάνει η μιζέρια της επιβίωσης – αρκετά με τις διεκδικήσεις για φράγκα και δουλειά.

Τρίτον, μπροστά στη γενικευμένη εργασιακή επισφάλεια, οι κάθε λογής αντιπολιτευόμενοι προτάσσουν τη διεκδίκηση περισσότερης δουλειάς, μεγαλύτερου εισοδήματος, μεγαλύτερης ανάπτυξης και ενός αχαλίνωτου και δίχως νόημα καταναλωτισμού. Τα γελοία αιτήματα ανθρώπων που παλεύουν για 8 (!) ώρες δουλειάς εν έτει 2011 είναι ακριβώς αυτά που συσκοτίζουν την ουσία του προβλήματος. Αν κάτι χρειαζόμαστε, αυτό δεν είναι περισσότερη δουλειά, ούτε περισσότερα λεφτά. Αντίθετα, χρειαζόμαστε χρόνο για να μοιραστούμε τις επιθυμίες μας και να τις γεμίσουμε με νέο περιεχόμενο, λιγότερη και πιο δημιουργική δουλειά και περισσότερες ανθρώπινες σχέσεις.

Πρέπει να πολεμήσουμε αυτή τη συντεχνιακή λογική που διεκδικεί για τον εαυτό της δουλειά, δουλειά και πάλι δουλειά. Χρειαζόμαστε την εξασφάλιση ενός ελάχιστου εισοδήματος ίσο για όλους, το οποίο θα μας επιτρέψει να αποκτήσουμε ένα αξιοπρεπές αλλά λιτό βιωτικό επίπεδο, τέτοιο που θα μας απελευθερώσει προς άλλες δημιουργικές δραστηριότητες.

Τέταρτον, η άρνηση του υπάρχοντος πρέπει να συγκροτείται ακριβώς πάνω σε μια δημιουργική κατάφαση και όχι στη μικροαστική λογική που αρνείται οτιδήποτε πλήττει τη δική μας συντεχνία. Κάθε απόπειρα καταστροφής του υπάρχοντος, πρέπει να χαρακτηρίζεται από το σπέρμα του θετικού, την προοπτική της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας. Αυτό που επιθυμούμε δεν είναι να αποκλείσουμε από την ανώτερη μόρφωση αυτούς που δεν κατάφεραν να εισαχθούν στα πανεπιστήμια. Αντίθετα, σκοπός μας πρέπει να είναι η ελεύθερη και ισότιμη πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση για όλους τους συνανθρώπους μας. «Θέλουμε την εκπαιδευτική διαδικασία να οργανώνεται με στόχο τη δημιουργία ενός ωκεανού ανθρώπινων σχέσεων, να καθιστά εφικτή την άνθηση της ουσιαστικής επικοινωνίας και της συνεργασίας, μακριά από το θανατηφόρο πνεύμα του ανταγωνισμού και της εξατομίκευσης που κυριαρχεί σήμερα» (ΠΧΧ). Αυτή είναι και η δημιουργική κατάφαση που πρέπει να χαρακτηρίζει κάθε συλλογική κινητοποίηση: αρνούμαστε αυτό τον κόσμο, τον καταστρέφουμε και δημιουργούμε ένα νέο κόσμο που θα είναι ανθρώπινος, ερωτικός, αλληλέγγυος, ενάντια στη λογική του θεάματος, του εμπορεύματος, της απάθειας και του κέρδους.

Ένας τέτοιος αγώνας, είναι η διεκδίκηση ενός κόσμου που θα εμπνέεται από τα πιο μεγάλα μας όνειρα. Και αν θέλουμε να τον κερδίσουμε, όπως ακριβώς το έθεταν οι πριονιστές, θα πρέπει να απαντήσουμε με σύγχρονους όρους στο παλιό ερώτημα: «Θέλετε να καταστρέψετε αυτόν τον κόσμο, αλλά τι σκοπεύετε να βάλετε στη θέση του;». Η αδυναμία απάντησης σ’ αυτό το ερώτημα, αποτελεί την αποδοχή του κυρίαρχου φαντασιακού, που με τη σειρά της οδηγεί στην παθητικότητα και την α-κινησία. Από αυτή την άποψη, κάθε συλλογική κινητοποίηση πρέπει να αναδεικνύει ένα συλλογικό πρόταγμα προς το οποίο να κινείται, με απώτερο σκοπό τη ριζική αναδιάρθρωση της ζωής (και όχι του χρέους!).

6

αυτό το φοιτητικό κίνημα ή θα είναι βαθιά κοινωνικό ή δε θα είναι τίποτα

Η μαχητικότητα της συλλογικής κινητοποίησης πρέπει να συμβαδίζει με μια ρωγμή στο κυρίαρχο πλαίσιο αξιών, μια προσπάθεια μετασχηματισμού του συλλογικού φαντασιακού. Και για μια τέτοια εξέλιξη, κάθε κίνημα οφείλει να προβάλλει τη βούλησή μας για ελευθερία και αυτονομία. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να διαμηνύσουμε τη θέληση μας για τη δημιουργία θεσμών που θα μπορούν να ενσαρκώνουν την αξία της ισότητας μεταξύ των ανθρώπων και να ξεδιπλώνουν τη δημιουργικές ικανότητες τους και τη δίψα τους για γνώση. Η δημιουργία ενός πανεπιστημίου στο οποίο θα έχουν πρόσβαση όλοι οι άνθρωποι ελεύθερα θα επιτρέπει σε όλη την κοινωνία να μπορεί να συμμετέχει ισότιμα και δημοκρατικά, εκφράζοντας τις ανάγκες στις οποίες θα πρέπει να απαντά ένα πανεπιστήμιο, σε αντίθεση με τη σημερινή ολιγαρχική μορφή διαχείρισης όπου αποφασίζουν κάποιοι «ειδικοί» του κράτους. Έτσι φτάνουμε στο ζήτημα της δημοκρατίας.

Παρένθεση: στην χρονική περίοδο που διανύουμε οι λέξεις που σέβονται τον εαυτό τους, συμβαδίζοντας με την κοινωνική πραγματικότητα, δεν μπορούν παρά να εμφανίζονται στο δημόσιο διάλογο αλλοτριωμένες σημασιολογικά. Παραχώρηση των λέξεων σημαίνει παραχώρηση της κυριαρχίας. Παραχώρηση της κυριαρχίας σημαίνει παραχώρηση των λέξεων. Αναπόφευκτο επακόλουθο, λοιπόν, αυτής της κατάστασης είναι η ταύτιση της σημασίας της λέξης δημοκρατία με τα συμφέροντα των κυρίαρχων, αυτών που κατέχουν το μονοπώλιο των σημασιών. Είναι λογικό λοιπόν, μέσα στον παραλογισμό της ξένωσης και της εκμετάλλευσης η λέξη δημοκρατία να έχει πάρει το νόημα της εκχώρησης της εξουσίας σε λίγους, των πολιτικάντικων μανούβρων, των παρασκηνιακών ελιγμών, της υποταγής στην αστική νομιμότητα, των εκλογικών διαδικασιών και της αναπαραγωγής των ιεραρχιών – αναγκαία συνθήκη για την επιβίωση αυτών που κλέβουν τις ζωές μας. Καλούμε αυτό το μόρφωμα ολιγαρχία, αρνούμενοι να του αποδώσουμε τη μορφή της δημοκρατίας, μιας και -εκ των πραγμάτων- μορφή και περιεχόμενο αποτελούν αδιάσπαστη ενότητα. Τέλος της παρένθεσης.

δεν υπάρχουν αφέντες, σημαίνει δεν υπάρχουν αυθέντες

Λέγοντας δημοκρατία, δεν εννοούμε απλώς μια διαδικασία από κοινού διαβούλευσης που θα καθορίζει τις κινηματικές αποφάσεις. Η δημοκρατία, εκτός από διαδικασία συνεχούς κριτικού αναστοχασμού, θα πρέπει να συγκροτηθεί ως μορφή κοινωνικής οργάνωσης, μέσα κι έξω από τις σχολές, μορφή όπου θα είναι αδιαχώριστη από το περιεχόμενο. Η δημοκρατία, ως ά-μεση, είναι το πολιτικό σύστημα που δεν διέπεται από διαμεσολαβήσεις, δεν έχει μέσο. Είναι η στιγμή που οι ίδιοι οι άνθρωποι αποφασίζουν να αποφασίσουν για τη ζωή τους, χωρίς αντιπροσώπους, ειδικούς, θεούς και δαίμονες, άρα και χωρίς τα ξεδιάντροπα κομματικά παράσιτα.

Φυσικά, πέραν της κοινωνικής οργάνωσης που οφείλει να έχει ένα πανεπιστήμιο που σέβεται τον εαυτό του, όταν αυτοπροσδιορίζεται ως δημοκρατικό, ένα άλλο ζήτημα καίριας σημασίας είναι το αντικείμενο που το διέπει ως θεσμό, δηλαδή το ζήτημα της παιδείας. Το σημερινό πανεπιστήμιο εξαιτίας του αλλοτριωτικού του χαρακτήρα, είναι απλά για τον κάθε άνθρωπο μια περίοδος κενού μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Είναι μια συνεχής άρνηση του παρόντος, καθώς ο μόνος ρόλος του είναι να μας προετοιμάσει για το εργασιακό μας μέλλον, συνιστά το κατασκευαστήριο των ρομπότ που απλώς μαθαίνουν να παπαγαλίζουν τις μελλοντικές εντολές που καλούνται να εκτελούν. Δεν μπορεί να θεωρείται παιδεία και καλλιέργεια του πνεύματος ένας θεσμός ο οποίος ως κύριο χαρακτηριστικό του έχει τις εξεταστικές μεθόδους και τις κριτικές επιτροπές (τον εκάστοτε διδάσκοντα συγκεκριμένα) οι οποίες απλώς διευρύνουν το φάσμα της εφαρμογής των σχέσεων κυρίαρχου – καταπιεσμένου: «Ή απαντάς στην ερώτηση ή κόβεσαι». Το πανεπιστήμιο δεν είναι “so you think you can dance” ούτε “America’s got talent” ώστε να το αντιλαμβανόμαστε υπό τέτοιους όρους. Διότι πέραν του 1+1=2 οπού ισχύει το σωστό ή λάθος, υπάρχουν και ερωτήματα που δεν υφίστανται το ορθό ή λάθος, αλλά απλώς υφίστανται το άλλο, το έτερο. Αυτό το άλλο, αυτή η άρνηση του υπάρχοντος για την ανάδυση νέων οριζόντων και καινούριων νοημάτων είναι η αέναη κίνηση προς τη γνώση της αλήθειας, μια κίνηση που είναι τόσο συναρπαστική, όπου σε μια κοινωνία με νοήμονες ανθρώπους θα έπρεπε να ποινικοποιείται ο εγκλεισμός της σε αριθμητική αποτύπωση μέσω της βαθμολόγησης, όπως συμβαίνει σήμερα από τους διδάσκοντες.

Το πεδίο της γνώσης είναι το πεδίο του πειραματισμού και της περιπλάνησης, είναι η σχέση έρωτα που αναπτύσσουμε τόσο με το αντικείμενο που μας ενδιαφέρει (φυσική, μαθηματικά, ιατρική, λογοτεχνία, κοινωνιολογία) όσο και με αυτόν που σε πρώτο επίπεδο ενσαρκώνει αυτό το αντικείμενο (τον δάσκαλο). Η άρνηση του έρωτα που μας επιβάλλεται από το εκπαιδευτικό σύστημα και η αντικατάσταση του με έναν αγώνα του να παραμείνουμε νευρωτικοί και να μην μετατραπούμε σε ψυχωτικούς, αγώνας εμφανής ήδη από τα πρώτα χρόνια του δημοτικού, όπου το παιδί καλείται να εκπαιδευτεί σε εξαντλητικές εξετάσεις με αποκορύφωμα τις πανελλήνιες, ώστε να εισαχθεί στο πανεπιστήμιο προκειμένου να βελτιώσει τις επιδόσεις/αντοχές του στην εξάντληση μέσω των τριών εξεταστικών ανά ακαδημαϊκό έτος, οδηγούν με μαθη(μα)τική ακρίβεια στην αντίσταση του παιδιού ενάντια στην αλλοτρίωση του. Έτσι ο μαθητής/φοιτητής αρέσκεται να λουφάρει κάνοντας κοπάνες ή με το να κοιμάται στην τάξη και να χαζεύει απ’ το παράθυρο τον “έξω” κόσμο αναπολώντας το χτύπημα του κουδουνιού όπου θα του ξαναχαριστεί η ελευθερία του ή αντιγράφοντας στις εξετάσεις αρνούμενος (ρητά ή υπόρρητα) να συμμετέχει στο φιάσκο της παπαγαλίας. Με αυτόν τον τρόπο, έστω και με παράδοξες μεθόδους, παίρνει πίσω λίγη από την αξιοπρέπεια που του κλέβουνε καθημερινά οι δήμιοι των εδράνων (εκπαιδευτικών και βουλευτικών), αρνούμενος να συμμετέχει σε κάτι που κανέναν άνθρωπο με αυτοσεβασμό δεν μπορεί να εμπνέει.

Δεδομένου ότι ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, αλλά τα μέσα καταδεικνύουν το σκοπό, κάθε συλλογική κίνηση, θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από τα αντίστοιχα μέσα. Οι ανούσιοι αριστερισμοί αποτελούν το άλλοθι για την απουσία επαναστατικής πράξης. Αντίθετα, αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια επαναστατική αντίληψη που θα χρησιμοποιεί δημοκρατικά μέσα στο δρόμο για τη δημιουργία μιας πραγματικά δημοκρατικής και αυτόνομης κοινωνίας. Εκεί βρίσκεται η αναγκαιότητα για πραγματικά (αμεσο)δημοκρατικές συνελεύσεις, τόσο σε επίπεδο εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, όσο και σε πανκοινωνικό επίπεδο. Το γελοίο θέαμα των συνελεύσεων με τα κομματικά ανθρωποειδή που στελεχώνουν τα Δ.Σ. και των ηλίθιων αριστερών γραφειοκρατών που παίζουν ατελείωτες ώρες την κασέτα τους, αναδεικνύει τον ολιγαρχικό χαρακτήρα των συνελευσιακών διαδικασιών στα πανεπιστήμια.

«Σε αυτούς που αντιτάσσουν ότι η αυτοκυβέρνηση και η δημοκρατία δεν είναι δυνατές, δεν είναι ρεαλιστικά αιτήματα, αλλά ρομαντισμός, αφέλεια ή ουτοπία, η απάντηση είναι ότι ρεαλισμός δεν σημαίνει να υποκύπτεις στην πραγματικότητα και να την δέχεσαι παθητικά και δουλικά, αλλά να αναζητάς μιαν άλλη πραγματικότητα. Ρεαλισμός δεν είναι να αποδέχεσαι την πραγματικότητα, αλλά να προσπαθείς να την αλλάξεις. Ουτοπία δεν είναι να πιστεύεις ότι η πραγματικότητα μπορεί να αλλάξει, αλλά το να πιστεύεις ότι δεν θα αλλάξει και θα παραμείνει όπως έχει επ’ άπειρον. Τα επιχειρήματα αυτά κατά του εφικτού της δημοκρατίας βλέπουν δηλαδή μόνο τη μία πλευρά και παρακάμπτουν μία εξ ίσου σημαντική αλήθεια: πραγματικότητα δεν είναι μόνο αυτά που ισχύουν, η συγκεκριμένη κοινωνικο-οικονομικο-πολιτική κατάσταση, οι εγκαθιδρυμένοι θεσμοί, οι ισχύοντες νόμοι και οι επικρατούσες αξίες. Είναι και όλα όσα εμείς επιθυμούμε και δυνάμεθα να πράξουμε, μετά από στοχασμό και διαβούλευση, όσα θέλουμε και αντιτάσσουμε στην υπάρχουσα κατάσταση, δηλαδή οι δικοί μας θεσμοί, νόμοι και αξίες, η δικιά μας θέληση» (Γιώργος Οικονόμου (2011), «Η άμεση δημοκρατία δεν είναι ουτοπία, αλλά ευτοπία»).

άμεση δημοκρατία παντού

Αν σε πρωτοβάθμιο επίπεδο αναδυθούν ορισμένα αιτήματα που επιδιώκουν την ανατροπή του νέου νόμου μέσα από τη γενικευμένη παράλυση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αυτό που πρέπει σε δευτεροβάθμιο επίπεδο να διεκδικήσουμε, είναι η δημιουργία πραγματικά (αμεσο)δημοκρατικών συνελεύσεων σε όλες τις σχολές, προκειμένου να μπορούν να αποφασίζουν οι ίδιοι οι άνθρωποι που τις πλαισιώνουν για τη μορφή και το περιεχόμενο της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Με αυτό τον τρόπο θα καταφέρουμε μέσα από την ισότιμη διαβούλευση να βρούμε τις πραγματικές μας ανάγκες και να οικοδομήσουμε ένα πανεπιστήμιο που θα λειτουργεί προς όφελος των συλλογικών μας επιθυμιών και της κοινωνικής ευημερίας. Μόνο μέσα από μια τέτοια διαδικασία αμεσοδημοκρατικής αυτοδιεύθυνσης και κριτικού αναστοχασμού πάνω στα ζητήματα που μας αφορούν θα μπορέσουμε να κατακτήσουμε την ικανοποίηση του να σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας και για τους άλλους.

7

Οι διαφορετικές πρακτικές θα πρέπει να αρχίσουν να συνυπάρχουν συγκροτώντας μέσα από την αλληλεγγύη μια κοινότητα όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να επικοινωνούν τις επιθυμίες τους, να φαντάζονται, να ερωτεύονται, να δημιουργούν καταστάσεις ευτυχίας, να κυκλοφορούν ελεύθερα στους δρόμους όπου μέχρι χθες τα μόνα πράγματα που κυκλοφορούσαν ελεύθερα ήταν τα εμπορεύματα. Μετά από τέσσερις δεκαετίες συνεχούς αντεπίθεσης των αφεντικών, η επαναφορά του ανώνυμου πλήθους στο προσκήνιο της ιστορίας, είναι μια εξέλιξη που μπορεί να τορπιλίσει συθέμελα το ολιγαρχικό σύστημα, μαζί με τον άθλιο πολιτισμό του εμπορεύματος, του θεάματος και της ιεραρχημένης κατανάλωσης. Η αθλιότητα μιας επιβίωσης που γίνεται ολοένα πιο αβίωτη μέσα από την οικολογική καταστροφή, την απάθεια, τον κομφορμισμό, την ανισότητα και την καταπίεση αποτελεί την καλύτερη ευκαιρία για την γενικευμένη επίθεση στους ιδιοκτήτες αυτού του κόσμου, που θα τοποθετήσει τον καπιταλισμό στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας και θα επαναφέρει το πρόταγμα της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας και πάλι στο προσκήνιο, μετά από πολλές δεκαετίες υποχώρησης του. Ο Κίρκεγκωρ έλεγε: «Δεν είναι ο δρόμος που είναι δύσκολος, είναι το δύσκολο που είναι δρόμος». Τα πάντα τώρα μένουν ανοιχτά, και είναι στο χέρι μας να τα κατακτήσουμε…

Εκκεντρική Υποτροπή
Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Υ.Γ. Μόλις πριν λίγες ημέρες, μία ώρα πριν από την πανεκπαιδευτική πορεία, φοιτητές της ΔΑΠ απέκλεισαν τους δρόμους έχοντας μαύρες ταινίες στο στόμα τους και στέλνοντας στην κυβέρνηση το -ηχηρό- μήνυμα: «οι ιδέες μας δεν φιμώνονται»! Το αστείο θέαμα του κομματικού θίασου κάνει την κυβέρνηση να χαμογελάει και όλους εμάς να λυπούμαστε με το ότι ένας γελοίος γραφειοκρατικός μηχανισμός έχει καταφέρει να μετασχηματίσει ένα τόσο μεγάλο μέρος φίλων και συμφοιτητών μας σε διανοητικά μετέωρους καταναλωτές που πιθηκίζουν ο,τι τους υποδεικνύει ένα πολιτικό γραφείο…